"Ήταν πέντε η ώρα τα ξημερώματα, όταν έφτασα στην Νέα Ορλεάνη και έβρεχε. Τριγύρισα για λίγο στο σταθμό των λεωφορείων,μα τόσο πολύ με κατάθλιψαν οι άνθρωποι που πήρα την βαλίτσα μου και βγήκα να περπατήσω στην βροχή. Δεν ήξερα πού να βρω δωμάτιο, δεν ήξερα κατα πού έπεφταν οι φτωχές συνοικίες της πόλης.
Είχα μια χαρτονένια βαλίτσα που κόντευε να μου διαλυθεί. Κάποτε ήταν μαύρη, αλλά η μπογιά ξεφλουδιζόταν και μεριές μεριές φαινόταν το κίτρινο χαρτί. Προσπάθησα να λύσω το πρόβλημά μου βάφοντάς τη με βερνίκι παπουτσιών. Κι όπως περπατούσα στην βροχή, αλλάζοντας κάπου κάπου χέρι για να είμαι πιο άνετα, το βερνίκι ξέφαβε στο παντελόνι μου, χαράζοντας μακριές μαύρες γραμμές και στα δύο μπατζάκια.
Όπως και να 'χε το πράγμα, βρισκόμουν σε μια καινούρια πόλη. Μπορεί και ν' άλλαζε η τύχη μου. (...)"
Charles Bukowski, Άνθρωπος για όλες τις δουλειές, 1975
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου